κοιλία


κοιλία
ἡ κοιλία ['полость'] чрево, утроба

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κοιλία" в других словарях:

  • κοιλία — κοιλίᾱ , κοιλία cavity of the body fem nom/voc/acc dual κοιλίᾱ , κοιλία cavity of the body fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλιά — Όρος που αναφέρεται σε κάποιες ανατομικές δομές. Κατ’ αρχήν σημαίνει την περιοχή του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται στη βάση του κορμού, η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ θώρακα και λεκάνης. Αποτελείται από μυϊκά και οστέινα τοιχώματα που καθορίζουν …   Dictionary of Greek

  • κοιλίᾳ — κοιλίαι , κοιλία cavity of the body fem nom/voc pl κοιλίᾱͅ , κοιλία cavity of the body fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλιά — η 1. η κοιλότητα του σώματος των ανθρώπων και των ζώων που έχει τα σπλάχνα. 2. το μπροστινό τοίχωμα της κοιλότητας αυτής: Ο αφαλός βρίσκεται στο κέντρο της κοιλιάς. 3. το στομάχι ή τα έντερα: Γέμισε την κοιλιά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοιλιά — [килья] ома. Θ. живот …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κοιλίας — κοιλίᾱς , κοιλία cavity of the body fem acc pl κοιλίᾱς , κοιλία cavity of the body fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλίαι — κοιλία cavity of the body fem nom/voc pl κοιλίᾱͅ , κοιλία cavity of the body fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλιάζω — [κοιλιά] (αμτβ.) μτφ. κάνω «κοιλιά», σχηματίζω κύρτωμα, καμπυλοειδή προεξοχή, εξογκώνομαι σε κάποιο σημείο τής επιφάνειάς μου …   Dictionary of Greek

  • κοιλίαν — κοιλίᾱν , κοιλία cavity of the body fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλιῶν — κοιλία cavity of the body fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοιλίαις — κοιλία cavity of the body fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)